εὐθύνω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
εὐθύνω < λείπει η ετυμολογία

εὐθύνω

  1. οδηγώ κατ' ευθείαν, διευθύνω, διοικώ
  2. (για δρόμο) στρώνω, αφαιρώ τα εμπόδια
  3. δικάζω σύμφωνα με το δίκαιο
  4. (μεταφορικά) διοικώ, κυβερνώ
    ※  5ος πκε αιώνας Σοφοκλής, Ἀντιγόνη, 1164
    ηὔθυνε, θάλλων εὐγενεῖ τέκνων σπορᾷ·
    κυβερνούσε ευτυχισμένος ανάμεσα στα ευγενικά παιδιά του.
    Μετάφραση (1940): Ιωάννης Γρυπάρης @greek-language.gr
  5. κάνω κάτι ευθύ ή το βάζω σε ευθεία γραμμή
  6. (για άρχοντα στην Αθήνα) καλώ να λογοδοτήσει
  7. καλώ κάποιον να λογοδοτήσει για ένα παράπτωμα
  8. υποβάλλω σε βασανιστήρια
  9. υπηρετώ ως εὔθυνος
  10. στέλνω
    ※  6ος/5ος πκε αιώνας Πίνδαροςw, Ὀλυμπιονίκαιςw, 13. Ξενοφῶντι Κορινθίῳ σταδιοδρόμῳ καὶ πεντάθλῳ, 28 (13.28)
    Ξενοφῶντος εὔθυνε δαίμονος οὖρον·
    κάνε συ του Ξενοφώντα η μοίρα με άνεμο ούριο ν᾽ αρμενίζει
    Μετάφραση (2004), Γιάννης Οικονομίδης, @greek-language.gr
    ΣτΕ: Ο ποιητής απευθύνεται στο Δία, για να στείλει καλή τύχη στον Ξενοφώντα
  11. αντικρούω, επικρίνω, επιπλίττω
    ※  1ος/2ος κε αιώνας Πλούταρχος, Ἠθικά Τῶν ἑπτὰ σοφῶν συμπόσιον, 153c
    ἀλλ᾽ ἵνα μὴ δοκῶμεν εὐθύνειν τὰς τῶν ἑτέρων ἀποφάσεις, ἰδίας ταῖς ἐκείνου παραβάλωμεν·
    Για να μη φανεί όμως ότι το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να επικρίνουμε τις γνώμες των άλλων, ας παραβάλουμε τις δικές μας απαντήσεις με τις απαντήσεις εκείνου.
    Μετάφραση (2004), Δημήτριος Λυπουρλής, @greek-language.gr
  12. (στην παθητική φωνή) ανασκευάζομαι, υποβάλλομαι σε κριτική έρευνα και έλεγχο

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]