δικάζω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: δεκάζω

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

δικάζω < αρχαία ελληνική δικάζω < δίκη

Ρήμα[επεξεργασία]

δικάζω (παθητική φωνή: δικάζομαι)

  1. (νομική) βγάζω καταδικαστική ή αθωωτική απόφαση για κάποιον ως δικαστής
  2. (κατ' επέκταση) καταδικάζω
  3. (μεταφορικά) κρίνω

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]