καταδικασθείς

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

καταδικασθείς μετοχή αορίστου του ρήματος καταδικάζομαι (καθαρεύουσα)

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

καταδικασθείς, καταδικασθείσα, καταδικασθέν

  • που έχει καταδικασθεί, μετοχή πιο άμεση, λιγότερη περιφραστική από τον καταδικασμένο, που χρησιμοποιείται πλέον κυρίως σε επίσημα έγγραφα
  • Ο καταδικασθείς σε 20ετή κάθειρξη
  • Η καταδικασθείσα άσκησε έφεση
  • Εκτελέστηκαν τελικά οι καταδικασθέντες για ληστεία! (εκείνοι που είχαν καταδικαστεί
  • Αθώους έκρινε ο Άρειος Πάγος τους καταδικασθέντες σε θάνατο κατά τη «Δίκη των Έξι» μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, μετά από αίτηση για αναψηλάφηση της δίκης από τον εγγονό ενός από τους καταδικασθέντες

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]