Μετάβαση στο περιεχόμενο

δίκη

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης : Δίκη, δική

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η δίκη οι δίκες
      γενική της δίκης των δικών
    αιτιατική τη δίκη τις δίκες
     κλητική δίκη δίκες
Κατηγορία όπως «νίκη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
δίκη < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική δίκη < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *deyḱ-

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

δίκη θηλυκό

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
δῐκᾱ-
ονομαστική ἡ δίκη αἱ δίκαι
      γενική τῆς δίκης τῶν δικῶν
      δοτική τῇ δίκῃ ταῖς δίκαις
    αιτιατική τὴν δίκην τὰς δίκᾱς
     κλητική ὦ! δίκη δίκαι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  δίκᾱ
γεν-δοτ τοῖν  δίκαιν
Το φωνήεν της παραλήγουσας είναι βραχύ.
1η κλίση, ομάδα 'γνώμη', Κατηγορία 'δίκη' όπως «βελόνη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
δίκη < → λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

δίκη θηλυκό

  1. απόφαση, καταδίκη, το δίκαιο
    ※  νῦν τοίνυν, ὦ ἄνδρες δικασταί, παράδειγμα ποιήσατε τοῖς ἄλλοις δικαίοις εἶναι, παρὰ τούτων δίκην λαβόντες (Λυσίας (περίπου 459 - 377 πκε), Κατά Επικράτους)
    τώρα λοιπόν, άνδρες δικαστές, δώστε το παράδειγμα στους άλλους, λαμβάνοντας (απόφαση) καταδίκης για αυτούς (μετάφραση: χρήστες Βικιλεξικού)
  2. (νομικός όρος)
    1. δίνω ικανοποίηση για έγκλημα
    2. δίκη (για ιδιωτικό έγκλημα)
      → δείτε τη λέξη γραφή (για δημόσιο έγκλημα)
  3. → δείτε και τη λέξη Δίκη

Εκφράσεις

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]