γραφή

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η γραφή οι γραφές
      γενική της γραφής των γραφών
    αιτιατική τη γραφή τις γραφές
     κλητική γραφή γραφές
όπως «ψυχή» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

γραφή < κληρονομημένο από την αρχαία ελληνική γραφή[1] < γράφω

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ɣɾaˈfi/
τυπογραφικός συλλαβισμός: γρα‐φή
τονικό παρώνυμο: γράφει

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γραφή θηλυκό

  1. η ανθρώπινη επινόηση για την παράσταση του λόγου και της σκέψης με σύμβολα (γράμματα, συλλαβογράμματα, ιδεογράμματα) που σχηματίζονται πάνω σε κατάλληλο υλικό (πέτρα, περγαμηνή, χαρτί κλπ)
  2. η ενέργεια με την οποία κάποιος γράφει κάτι ή η συγγραφική δραστηριότητα
  3. ο συγκεκριμένος τρόπος με τον οποίο κάποιος γράφει ή ο γραφικός χαρακτήρας ενός ατόμου
    δυσανάγνωστη γραφή
  4. ο συγκεκριμένος ιδιαίτερος τρόπος με τον οποίο κάποιος εκφράζεται γραπτώς, το ύφος
    η υπαρξιακή γραφή του τάδε ποιητή
  5. κάθε μία από τις περισσότερες διαδοχικές εκδοχές ενός κειμένου
    η πρώτη γραφή των Ελεύθερων Πολιορκημένων του Σολωμού
  6. (παρωχημένο ή λογοτεχνικό) επιστολή
  7. (με κεφαλαίο) η Αγία Γραφή

Εκφράσεις[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

και δείτε τη λέξη γράφω

Σύνθετα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αναφορές[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

ζητούμενο λήμμα

Πηγές[επεξεργασία]