γραφέας

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική γραφέας γραφείς
γενική γραφέα
& γραφέως
γραφέων
αιτιατική γραφέα γραφείς
κλητική γραφέα γραφείς

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

γραφέας < αρχαία ελληνική γραφεύς < γράφω < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *gerbʰ-

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ɣɾa.ˈfɛ.as/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γραφέας αρσενικό ή θηλυκό

  1. που γράφει (καθ' υπαγόρευση)
  2. υπάλληλος (κατώτερης βαθμίδας) σε υπηρεσία, τη διοίκηση, το στρατό κ.α.

Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές [επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]