υπηρεσία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική υπηρεσία υπηρεσίες
γενική υπηρεσίας υπηρεσιών
αιτιατική υπηρεσία υπηρεσίες
κλητική υπηρεσία υπηρεσίες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

υπηρεσία < αρχαία ελληνική ὑπηρεσία

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

υπηρεσία θηλυκό

  • η προσφορά έργου για έναν σκοπό
    ο επιστήμονας αυτός τιμήθηκε για τις υπηρεσίες του στην ανθρωπότητα
  • τομέας της δημόσιας διοίκησης, δημόσια υπηρεσία
    η υπηρεσία μας θα παραμείνει κλειστή για το κοινό τις επόμενες δύο ημέρες
  • η εργασία στη δημόσια διοίκηση
    επανήλθε στην ενεργό υπηρεσία μετά από μακρά ασθένεια
  • (πληθυντικός) ο τριτογενής τομέας των οικονομικών δραστηριοτήτων
  • η εργασία που ανατίθεται περιοδικά σε υπαλλήλους πέραν του συνηθισμένου ωραρίου
  • (στο στρατό) η σκοπιά
  • (στον προφορικό λόγο) η υπηρέτρια

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]