υπηρέτρια

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική υπηρέτρια υπηρέτριες
γενική υπηρέτριας υπηρετριών
αιτιατική υπηρέτρια υπηρέτριες
κλητική υπηρέτρια υπηρέτριες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

υπηρέτρια < αρχαία ελληνική ὑπηρέτρια < ὑπηρέτης + κατάληξη θηλυκού -τρια

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /i.pi.ˈɾɛ.tɾi.a/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

υπηρέτρια θηλυκό

  • γυναίκα που εργάζεται (και πολλές φορές μένει) σε ένα σπίτι φροντίζοντας την καθαριότητα, το μαγείρεμα και όλες τις άλλες οικιακές εργασίες

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]