maid

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

maid (en)

  1. (ποιητικό) κορίτσι, ανύπαντρη κοπέλα
     συνώνυμα: maiden
  2. υπηρέτριαή καθαρίστρια