maid

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

maid (en)

  1. (ποιητικό) κορίτσι, ανύπαντρη κοπέλα
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: maiden
  2. υπηρέτριαή καθαρίστρια