καθαρίστρια

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης : εκκαθαρίστρια

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική καθαρίστρια καθαρίστριες
γενική καθαρίστριας καθαριστριών
αιτιατική καθαρίστρια καθαρίστριες
κλητική καθαρίστρια καθαρίστριες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

καθαρίστρια < καθαρίζω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

καθαρίστρια θηλυκό

  • γυναίκα η οποία αναλαμβάνει κατ' επάγγελμα να καθαρίζει ιδιωτικά ή δημόσια κτήρια

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]