καθαρίστρια

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική καθαρίστρια καθαρίστριες
γενική καθαρίστριας καθαριστριών
αιτιατική καθαρίστρια καθαρίστριες
κλητική καθαρίστρια καθαρίστριες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

καθαρίστρια < καθαρίζω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

καθαρίστρια θηλυκό

  • γυναίκα η οποία αναλαμβάνει κατ' επάγγελμα να καθαρίζει ιδιωτικά ή δημόσια κτήρια

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης []

32πχ Μεταφράσεις[]