καθαρίζω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

καθαρίζω < ελληνιστική κοινή καθαρίζω < καθαρός + -ίζω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

καθαρίζω

  1. κάνω κάτι να μην είναι βρόμικο ή λερωμένο πια
    Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα: βρομίζω, λερώνω
  2. βγάζω από ένα μέρος αυτά που δεν ανήκουν ή δεν ταιριάζουν
  3. βγάζω τη φλούδα, τις λεπίδες κλπ από διάφορα φαγητά
  4. (οικείο) (λαϊκότροπο) κερδίζω, έχω εισόδημα
    Από την μπίζνα αυτή καθάρισε κάνα εκατομμύριο.
  5. Σκοτώνω κάποιον
    "Πρέπει να τον καθαρίσουμε, είναι ο μόνος μάρτυρας της δολοφονίας

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]