καθαρίζω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : εκκαθαρίζω

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

καθαρίζω < ελληνιστική κοινή καθαρίζω < αρχαία ελληνική καθαρός + -ίζω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

καθαρίζω

  1. κάνω κάτι να μην είναι βρόμικο ή λερωμένο πια
    Τελείωσε το φαΐ σου και μετά να πλύνεις τα πιάτα και να καθαρίσεις το τραπέζι. (Χρήστος Βακαλόπουλος, Οι πτυχιούχοι)
    Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα: βρομίζω, λερώνω
  2. βγάζω από ένα μέρος αυτά που δεν ανήκουν ή δεν ταιριάζουν
  3. βγάζω τη φλούδα, τις λεπίδες κλπ από διάφορα φαγητά
    Να σου καθαρίσω μήλο; (Νίκος Καββαδίας, Βάρδια)
  4. (οικείο) (λαϊκότροπο) κερδίζω, έχω εισόδημα
    Από την μπίζνα αυτή καθάρισε κάνα εκατομμύριο.
  5. (μεταφορικά) σκοτώνω κάποιον
    πρέπει να τον καθαρίσουμε, είναι ο μόνος μάρτυρας της δολοφονίας

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]