σκοτώνω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σκοτώνω < από το σκότος. Σκοτώνω σημαίνει λοιπόν ρίχνω κάποιον στο σκότος, σε μιά κατάσταση δηλαδή όπου δεν υπάρχει φως.

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

σκοτώνω

  1. σταματώ, αφαιρώ τη ζωή κάποιου, θανατώνω
  2. (για εμπορεύματα) πουλάω κάτι σε τιμή χαμηλότερη της αξίας του
  3. (οικείο, για λέξεις σε χειρόγραφο κείμενο) γράφω κάτι κάνοντας σοβαρό ορθογραφικό λάθος
    Έγραψες το "παιδί" με έψιλον; Το σκότωσες!
  4. (μεταφορικά) χτυπάω σοβαρά ή δυνατά
    Σκόνταψα στο σκαλοπάτι και σκοτώθηκα! Φέρε πάγο!

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • σκοτώνω την ώρα μου: κάνω κάτι απλώς για να περάσει η ώρα

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]