σκοτώνω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σκοτώνω < από το σκότος. Σκοτώνω σημαίνει λοιπόν ρίχνω κάποιον στο σκότος, σε μιά κατάσταση δηλαδή όπου δεν υπάρχει φως.

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

σκοτώνω

  1. σταματώ, αφαιρώ τη ζωή κάποιου, θανατώνω
  2. (για εμπορεύματα) πουλάω κάτι σε τιμή χαμηλότερη της αξίας του
  3. (οικείο, για λέξεις σε χειρόγραφο κείμενο) γράφω κάτι κάνοντας σοβαρό ορθογραφικό λάθος
    Έγραψες το "παιδί" με έψιλον; Το σκότωσες!

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • σκοτώνω την ώρα μου: κάνω κάτι απλώς για να περάσει η ώρα

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]


32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]