σκοτώνω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Νέα ελληνικά (el)[επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

σκοτώνω < μεσαιωνική ελληνική σκοτώνω < ελληνιστική κοινή σκοτόω / σκοτῶ < σκότος

Ρήμα[επεξεργασία]

σκοτώνω (παθητική φωνή: σκοτώνομαι)

  1. σταματώ, αφαιρώ τη ζωή κάποιου, θανατώνω
  2. (μεταφορικά, για εμπορεύματα) πουλάω κάτι σε τιμή χαμηλότερη της αξίας του
  3. (οικείο, για λέξεις σε χειρόγραφο κείμενο) γράφω κάτι κάνοντας σοβαρό ορθογραφικό λάθος
    Έγραψες το "παιδί" με έψιλον; Το σκότωσες!
  4. (μεταφορικά) χτυπάω σοβαρά ή δυνατά
    Σκόνταψα στο σκαλοπάτι και σκοτώθηκα! Φέρε πάγο!

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • σκοτώνω την ώρα μου: κάνω κάτι απλώς για να περάσει η ώρα

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]