βλάπτω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βλάπτω < αρχαία ελληνική βλάπτω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

βλάπτω και βλάφτω

  1. προκαλώ σωματική ή ψυχολογική ζημιά σε κάποιον
    σύμφωνα με μια πρόσφατη έρευνα, η τηλεόραση βλάπτει τα μικρά παιδιά, αυξάνοντας την πιθανότητα να αντιμετωπίσουν προβλήματα συγκέντρωσης
  2. αλλάζω προς το χειρότερο την κατάσταση κάποιου πράγματος
    το κάπνισμα βλάπτει σοβαρά την υγεία

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βλάπτω < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *mel

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

βλάπτω

  1. κάνω κάτι ή κάποιον ανίκανο και ειδικότερα τα πόδια αλόγου
  2. (μεταομηρικά) βλάπτω