Μετάβαση στο περιεχόμενο

βλάπτω

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
βλάπτω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική βλάπτω

βλάπτω, αόρ.: έβλαψα, παθ.φωνή: βλάπτομαι, π.αόρ.: βλάφτηκα, μτχ.π.π.: βλαμμένος

  1. προκαλώ σωματική ή ψυχολογική ζημιά σε κάποιον
    παράδειγμα  Σύμφωνα με μια πρόσφατη έρευνα, η τηλεόραση βλάπτει τα μικρά παιδιά, αυξάνοντας την πιθανότητα να αντιμετωπίσουν προβλήματα συγκέντρωσης.
      Ο νεοέλληνας, ως καλοπερασάκιας - βολεψιματίας, παμπόνηρος και βάρβαρος, δεν θέλει να ξεβολευφτεί, ούτε για να καπνίσει έξω από κλειστούς χώρους, ούτε για να μην παρκάρει στις θέσεις για Α.Μ.Ε.Α., χωρίς να τον νοιάζει εάν ενοχλεί, βλάπτει, ή δυσκολεύει τους συνανθρώπους του. (Συνεχίζεται το κάπνισμα (στο νοσοκομείο της Ρόδου), 10/3/20211, Protagon.gr )
  2. αλλάζω προς το χειρότερο την κατάσταση κάποιου πράγματος
    παράδειγμα  το κάπνισμα βλάπτει σοβαρά την υγεία
  3. προξενώ κακό, αδικώ κάποιον
      Ιδιαίτερο ενδιαφέρον στην ίδια απόφαση παρουσιάζει η απόρριψη παρέμβασης σωματείου με προσδιοριζόμενο στο καταστατικό του σκοπό την προάσπιση και τη μέριμνα για την κατοχύρωση των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Η παρέμβαση αυτή κρίθηκε ότι ασκείται απαραδέκτως, ελλείψει εννόμου συμφέροντος, με το αιτιολογικό ότι το παρεμβαίνον σωματείο δεν επικαλείται και δεν αποδεικνύει ότι ο συγκεκριμένος αντιρρησίας αποτελεί μέλος του, ούτε ότι κάποιο μέλος του βλάπτεται από την τυχόν ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης (Τα δικαιώματα στην Ελλάδα 1953-2003 από το τέλος του εμφυλίου στο τέλος της μεταπολίτευσης, εκδ. Καστανιώτη, 2004)

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]
  1. βλάφτω
  2. (απρόσωπο)  δείτε και τη λέξη βλάφτει στην έκφραση δε βλάφτει

Συγγενικά

[επεξεργασία]

θέμα βλαπ-

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
βλάπτω < *βλαπ-jω < θέμα βλαπ- που συυνδέεται και με το θέμα βλαβ- όπως στο βλάβη
< πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *mel. Κατ' άλλη άποψη ...  Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;  

βλάπτω

  1. (στον Όμηρο) παρεμποδίζω, κόβω το δρόμο
  2. κάνω κάτι ή κάποιον ανίκανο και ειδικότερα τα πόδια αλόγου
  3. (μεθομηρικά) καταστρέφω, φθείρω,  δείτε το νεοελληνικό βλάπτω

Συγγενικά

[επεξεργασία]
  • (Χρειάζεται επεξεργασία)