βλάπτω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βλάπτω < αρχαία ελληνική βλάπτω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

βλάπτω και βλάφτω

  1. προκαλώ σωματική ή ψυχολογική ζημιά σε κάποιον
    σύμφωνα με μια πρόσφατη έρευνα, η τηλεόραση βλάπτει τα μικρά παιδιά, αυξάνοντας την πιθανότητα να αντιμετωπίσουν προβλήματα συγκέντρωσης
  2. αλλάζω προς το χειρότερο την κατάσταση κάποιου πράγματος
    το κάπνισμα βλάπτει σοβαρά την υγεία

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βλάπτω < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *mel

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

βλάπτω

  1. κάνω κάτι ή κάποιον ανίκανο και ειδικότερα τα πόδια αλόγου
  2. (μεταομηρικά) βλάπτω