βλάβη
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | βλάβη | οι | βλάβες |
| γενική | της | βλάβης | των | βλαβών |
| αιτιατική | τη | βλάβη | τις | βλάβες |
| κλητική | βλάβη | βλάβες | ||
| Κατηγορία όπως «νίκη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- βλάβη < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική βλάβη. → και δείτε τη λέξη βλάπτω
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ˈvla.vi/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : βλά‐βη
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]βλάβη θηλυκό
- φθορά, ζημιά, αλλοίωση
- ※ Προχωρούσε στα τυφλά απελπισμένος. Τυφλός είναι αυτός που δεν μπορεί να δει, καθώς τα αισθητήρια όργανα της όρασης έχουν υποστεί βλάβη. Και στραβός έγραφε το βικιλεξικό. Όχι ρε παιδί μου, έβλεπε κανονικά. (Νίκης Μουντράκη, Ταφικά έθιμα / Εκ των άνω, χάρτης, 79, Ιούλιος 2025 )
Εκφράσεις
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]θέμα βλαβ-
Θέμα βλάπτ-, βλαφ- → δείτε τη λέξη βλάπτω
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- βλάβη - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- βλάβη - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | |||
|---|---|---|---|---|---|
| βλᾰβᾱ- | |||||
| ονομαστική | ἡ | βλάβη | αἱ | βλάβαι | |
| γενική | τῆς | βλάβης | τῶν | βλαβῶν | |
| δοτική | τῇ | βλάβῃ | ταῖς | βλάβαις | |
| αιτιατική | τὴν | βλάβην | τὰς | βλάβᾱς | |
| κλητική ὦ! | βλάβη | βλάβαι | |||
| δυϊκός | |||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | βλάβᾱ | |||
| γεν-δοτ | τοῖν | βλάβαιν | |||
| Το φωνήεν της παραλήγουσας είναι βραχύ. | |||||
| 1η κλίση, ομάδα 'γνώμη', Κατηγορία 'δίκη' όπως «βελόνη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | |||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]βλάβη < θέμα *βλαβ- με αφομοίωση από ουσιαστικό *βλαψ-' (θέμα βλαπ-) που συνδέεται με το βλάπτω[1]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]βλάβη [ ᾰ ] θηλυκό
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]βλαβ- (για θέματα βλαπ-, βλαφ- → δείτε τη λέξη βλάπτω
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.
Πηγές
[επεξεργασία]- βλάβη - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- βλάβη - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'νίκη' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Κληρονομημένες λέξεις από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά με κλίση της ομάδας 'γνώμη' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά με κλίση 'δίκη' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δίκη' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 1ης κλίσης (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 1ης κλίσης θηλυκά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά παροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά παροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις παροξύτονες (αρχαία ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Ουσιαστικά (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)