άβλαβος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική άβλαβος άβλαβη άβλαβο
γενική άβλαβου άβλαβης άβλαβου
αιτιατική άβλαβο άβλαβη άβλαβο
κλητική άβλαβε άβλαβη άβλαβο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική άβλαβοι άβλαβες άβλαβα
γενική άβλαβων άβλαβων άβλαβων
αιτιατική άβλαβους άβλαβες άβλαβα
κλητική άβλαβοι άβλαβες άβλαβα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

άβλαβος < α- στερητικό + βλάβη

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

άβλαβος

  1. που δεν προκαλεί βλάβη, ζημιά, που δεν βλάπτει, άκακος
  2. που δεν έχει πάθει βλάβη, ζημιά

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]