damage

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

damage (en)

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

damage (en)



Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

damage (fr) αρσενικό

  1. το κοπάνισμα εδάφους με ειδική συσκευή (dame)