dame

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης : Dame

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

dame 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
dame dames

dame (fr) θηλυκό

  1. η κυρία
  2. συσκευή για το κοπάνισμα του εδάφους



Παλαιά γαλλικά (fro) από το 842 έως το 1400 [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

dame θηλυκό

  1. η κυρία