Dame

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: dame

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

Dame (en)

  • γυναικείος μη κληρονομήσιμος αριστοκρατικός τίτλος || τίτλος ευγενείας



Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

Dame 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

Dame (de) θηλυκό

  • η κυρία
    ich sehe die Dame - βλέπω την κυρία