Dame

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης : dame

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

Dame (en)

  • γυναικείος μη κληρονομήσιμος αριστοκρατικός τίτλος || τίτλος ευγενείας



Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

Dame 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

Dame (de) θηλυκό

  • η κυρία
    ich sehe die Dame - βλέπω την κυρία