Μετάβαση στο περιεχόμενο

ανδρικός

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: ἀνδρικός, Ανδρικός, Ανδρίκος, Ἀνδρικός

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο ανδρικός η ανδρική το ανδρικό
      γενική του ανδρικού της ανδρικής του ανδρικού
    αιτιατική τον ανδρικό την ανδρική το ανδρικό
     κλητική ανδρικέ ανδρική ανδρικό
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι ανδρικοί οι ανδρικές τα ανδρικά
      γενική των ανδρικών των ανδρικών των ανδρικών
    αιτιατική τους ανδρικούς τις ανδρικές τα ανδρικά
     κλητική ανδρικοί ανδρικές ανδρικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ανδρικός < λόγια επίδραση (προφορά με [nð]) στο αντρικός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀνδρικός (προφορά με [nd]).[1] Μορφολογικά αναλύεται σε άνδρ(ας) + -ικός[2][3]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /an.ðɾiˈkos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: ανδρικός

Επίθετο

[επεξεργασία]

ανδρικός, -ή, -ό

  • που αναφέρεται ή ανήκει ή χαρακτηρίζει τον άνδρα

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. αντρικός, ανδρικός - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
  2. ανδρικός - Χριστόφορος Χαραλαμπάκης, (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)
  3. ανδρικός -  Δημήτριος Γεωργακάς. A Modern Greek-English Dictionary [Ελληνοαγγλικό λεξικό] (μόνο το γράμμα α) - Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας