άνδρας
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ο | άνδρας | οι | άνδρες |
| γενική | του | άνδρα & ανδρός |
των | ανδρών |
| αιτιατική | τον | άνδρα | τους | άνδρες |
| κλητική | άνδρα | άνδρες | ||
| Κατηγορία όπως «μήνας» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- άνδρας < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἄνδρας[1] και λόγια επίδραση στο άντρας (δημοτική) με [nd] > [nð][2]. Περισσότερα στο άντρας.
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ˈan.ðɾas/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : άν‐δρας
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]άνδρας αρσενικό
- ενήλικος άνθρωπος αρσενικού φύλου που ηλικιακά έχει ξεπεράσει την εφηβεία, κατ᾿ αντιδιαστολή προς την γυναίκα ή το παιδί
Σταμάτα να κάνεις αυτές τις χαζομάρες κάθε μέρα! Είσαι ολόκληρος άνδρας, πλέον, για να παιδιαρίζεις έτσι συνεχώς!- ≠ αντώνυμα: γυναίκα, παιδί
- ο σύζυγος
Τηλεφώνησε ο άνδρας της πριν πέντε λεπτά και είπε ότι θα καθυστερήσει λίγο να έρθει, διότι βρήκε κίνηση στο δρόμο
- (κατ’ επέκταση) αυτός που έχει τις θετικές ιδιότητες που παραδοσιακά αποδίδονται στους άντρες, όπως η αποφασιστικότητα, η λεβεντιά, η γενναιότητα κ.τ.π.
Φέρσου σαν άνδρας μια φορά, επιτέλους! Πάντα λουφάζεις σα γυναικούλα μπροστά του!
- (στρατιωτικός όρος) άνδρας που αποτελεί μέλος στρατιωτικού σώματος
- μέλος ομάδας, συνήθως ένστολης
- → και δείτε άντρας
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]με ανδρ-
→ και δείτε τη λέξη άντρας για το θέμα αντρ-
Σύνθετα
[επεξεργασία]με ανδρ-
- → και δείτε άντρας
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] ενήλικος αρσενικού φύλου
σύζυγος
|
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ άνδρας - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
- ↑ άνδρας - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'μήνας' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)
- Κληρονομημένες λέξεις από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Στρατιωτικοί όροι (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
