Mann

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική der Mann die Männer
γενική des Mannes der Männer
δοτική dem Mann(e) den Männern
αιτιατική den Mann die Männer

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

Mann 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

Mann (de) (πληθυντικός Männer) αρσενικό

  1. ο άντρας
  2. (σπάνια) ο άνθρωπος

Δείτε επίσης[επεξεργασία]