έκπληξη
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | έκπληξη | οι | εκπλήξεις |
| γενική | της | έκπληξης* | των | εκπλήξεων |
| αιτιατική | την | έκπληξη | τις | εκπλήξεις |
| κλητική | έκπληξη | εκπλήξεις | ||
| * παλιότερος λόγιος τύπος, εκπλήξεως | ||||
| Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- έκπληξη < (ελληνιστική κοινή) ἔκπληξις / ἐκπληξία
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]έκπληξη θηλυκό
- το συναίσθημα που νιώθει κάποιος όταν συμβαίνει κάτι ξαφνικό και τελείως αναπάντεχο
ένιωσα μεγάλη έκπληξη όταν τον είδα ξαφνικά μπροστά μου μετά από τόσα χρόνια
- η ενέργεια που κάνουμε περιμένοντας ότι προκαλέσουμε σε κάποιον αυτό το συναίσθημα, π.χ. ένα απρόσμενο δώρο
του φυλάω μια έκπληξη για τα γενέθλιά του- ※ Και επειδή όντως αυτή η εβδομάδα, ήταν πολύ κουραστική για όλους μας, σας έχω μια απολαυστική έκπληξη!» είπε με στόμφο ο Φοίβος. «Τι έκπληξη, αγάπη μας;» ρώτησαν και οι δύο απορημένες, με μία φωνή. «Εάν σας την πω, τι έκπληξη θα είναι;» διευκρίνισε χαμογελώντας ο Φοίβος! (Γιώργος Ντόβας, Μαγικό Βουνό, 2024)