Μετάβαση στο περιεχόμενο

έκπληξη

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η έκπληξη οι εκπλήξεις
      γενική της έκπληξης* των εκπλήξεων
    αιτιατική την έκπληξη τις εκπλήξεις
     κλητική έκπληξη εκπλήξεις
* παλιότερος λόγιος τύπος, εκπλήξεως
Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
έκπληξη < (ελληνιστική κοινή) ἔκπληξις / ἐκπληξία

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

έκπληξη θηλυκό

  1. το συναίσθημα που νιώθει κάποιος όταν συμβαίνει κάτι ξαφνικό και τελείως αναπάντεχο
    παράδειγμα  ένιωσα μεγάλη έκπληξη όταν τον είδα ξαφνικά μπροστά μου μετά από τόσα χρόνια
  2. η ενέργεια που κάνουμε περιμένοντας ότι προκαλέσουμε σε κάποιον αυτό το συναίσθημα, π.χ. ένα απρόσμενο δώρο
    παράδειγμα  του φυλάω μια έκπληξη για τα γενέθλιά του
      Και επειδή όντως αυτή η εβδομάδα, ήταν πολύ κουραστική για όλους μας, σας έχω μια απολαυστική έκπληξη!» είπε με στόμφο ο Φοίβος. «Τι έκπληξη, αγάπη μας;» ρώτησαν και οι δύο απορημένες, με μία φωνή. «Εάν σας την πω, τι έκπληξη θα είναι;» διευκρίνισε χαμογελώντας ο Φοίβος! (Γιώργος Ντόβας, Μαγικό Βουνό, 2024)

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]