εκπλήσσω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία el[επεξεργασία]

εκπλήσσω < αρχαία ελληνική ἐκπλήσσω και ἐκπλήττω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

εκπλήσσω και εκπλήττω , πρτ.: εξέπλησσα, στ.μέλλ.: θα εκπλήξω, αόρ.: εξέπληξα, παθ.φωνή: εκπλήσσομαι

  1. προξενώ σε κάποιον έκπληξη

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]