εκπλήσσω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

εκπλήσσω < αρχαία ελληνική ἐκπλήσσω και ἐκπλήττω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

εκπλήσσω και εκπλήττω , παρατ.: εξέπλησσα, στιγμ. μέλλ.: θα εκπλήξω, αόρ.: εξέπληξα , παθ.φωνή: εκπλήσσομαι

  1. προξενώ σε κάποιον έκπληξη

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]


32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]