astonish

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

astonish (en)

This man's inventiveness never fails to astonish me

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Συνώνυμα[επεξεργασία]