wonder
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| wonder | wonders |
wonder (en)
- (μη μετρήσιμο) η κατάπληξη, ο θαυμασμός, η απορία
They looked at the magician in silent wonder.
- Κοίταξαν το θαυματοποιό βουβοί από κατάπληξη.
filled with wonder - γεμάτος θαυμασμό/απορία
He looked at me in wonder.
- Με κοίταξε μ' απορία.
- το θαύμα
Εκφράσεις
[επεξεργασία]
Ρήμα
[επεξεργασία]| ενεστώτας | wonder |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | wonders |
| αόριστος | wondered |
| παθητική μετοχή | wondered |
| ενεργητική μετοχή | wondering |
wonder (en)
- (μεταβατικό και αμετάβατο) αναρωτιέμαι, έχω απορία, άραγε, τάχα, σκέφτομαι κάτι και προσπαθώ να αποφασίσω τι είναι αλήθεια, τι θα συμβεί, τι πρέπει να κάνω κτλ.
I am wondering if I should go or not.
- Αναρωτιέμαι αν πρέπει να πάω ή όχι.
Are you wondering why/when/where I went?
- Αναρωτιέσαι γιατί/πότε/πού πήγα;
As a matter of fact, I was wondering about it.
- Πραγματικά είχα απορία γι' αυτό.
I wonder if he will want to help us.
- Θα θελήσει άραγε να μας βοηθήσει;
I wonder how many will come?
- Πόσοι θα έρθουν άραγε;
I wonder what time they will arrive?
- Άραγε τι ώρα θα φτάσουν;
I wonder where he is?
- Πού να είναι τάχα;
I wonder why he left?
- Γιατί να έφυγε τάχα;
- (μεταβατικό και αμετάβατο) απορώ, εκπλήσσομαι