Μετάβαση στο περιεχόμενο

wonder

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
wonder wonders

wonder (en)

  1. (μη μετρήσιμο) η κατάπληξη, ο θαυμασμός, η απορία
    παράδειγμα  They looked at the magician in silent wonder.
    Κοίταξαν το θαυματοποιό βουβοί από κατάπληξη.
    παράδειγμα  filled with wonder - γεμάτος θαυμασμό/απορία
    παράδειγμα  He looked at me in wonder.
    Με κοίταξε μ' απορία.
  2. το θαύμα

Εκφράσεις

[επεξεργασία]
ενεστώτας wonder
γ΄ ενικό ενεστώτα wonders
αόριστος wondered
παθητική μετοχή wondered
ενεργητική μετοχή wondering

wonder (en)

  1. (μεταβατικό και αμετάβατο) αναρωτιέμαι, έχω απορία, άραγε, τάχα, σκέφτομαι κάτι και προσπαθώ να αποφασίσω τι είναι αλήθεια, τι θα συμβεί, τι πρέπει να κάνω κτλ.
    παράδειγμα  I am wondering if I should go or not.
    Αναρωτιέμαι αν πρέπει να πάω ή όχι.
    παράδειγμα  Are you wondering why/when/where I went?
    Αναρωτιέσαι γιατί/πότε/πού πήγα;
    παράδειγμα  As a matter of fact, I was wondering about it.
    Πραγματικά είχα απορία γι' αυτό.
    παράδειγμα  I wonder if he will want to help us.
    Θα θελήσει άραγε να μας βοηθήσει;
    παράδειγμα  I wonder how many will come?
    Πόσοι θα έρθουν άραγε;
    παράδειγμα  I wonder what time they will arrive?
    Άραγε τι ώρα θα φτάσουν;
    παράδειγμα  I wonder where he is?
    Πού να είναι τάχα;
    παράδειγμα  I wonder why he left?
    Γιατί να έφυγε τάχα;
  2. (μεταβατικό και αμετάβατο) απορώ, εκπλήσσομαι
    παράδειγμα  I wonder at your recklessness.
    Απορώ με το θράσος σου.
    παράδειγμα  It’s nothing to wonder about.
    Δεν είναι να εκπλήσσεται κανείς.
     συνώνυμα:  δείτε τη λέξη astonish