θαύμα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | το | θαύμα | τα | θαύματα |
| γενική | του | θαύματος | των | θαυμάτων |
| αιτιατική | το | θαύμα | τα | θαύματα |
| κλητική | θαύμα | θαύματα | ||
| Κατηγορία όπως «κύμα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- θαύμα αρχαία ελληνική < θαῦμα
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]θαύμα και θάμα ουδέτερο
- ένα παράξενο και απρόσμενο γεγονός στο οποίο αποδίδεται μια θετική θεϊκή επέμβαση
- ※ «Ναι, φαίνεσαι ταλαιπωρημένος» είπε ο Μάρκος που μέσα του απορούσε πως ο Σολδάτος ο αμφισβητίας και κυνικός, είχε πέσει τόσο με τα μούτρα στη θρησκεία και πίστευε και στα θαύματα. (Μαίρη Σιάνη-Ντέιβις, Έντιμος εμπορία, εκδ. Πατάκης, 2025)
- (μεταφορικά) κάτι που ξαφνιάζει και προκαλεί χαρά
Συγγενικά
[επεξεργασία]Σύνθετα
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] θαύμα
|