surprendre

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /syʁ.pʁɑ̃dʁ/
surprendre 

Ρήμα[επεξεργασία]

surprendre (fr)

  1. εκπλήσσω, παραξενεύω, καταπλήσσω, αιφνιδιάζω
     συνώνυμα: étonner
  2. (pronominal) παραξενεύομαι
    il s'étonne des progrès de son fils - παραξενεύεται με την πρόοδο του γιου του
     συνώνυμα: s'étonner

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]