Μετάβαση στο περιεχόμενο

den

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

den (en)

  1. το άντρο (φωλιά ορισμένων ζώων, όπως του λιονταριού)
  2. το άντρο, το κρησφύγετο
  3. το ησυχαστήριο ενός ανθρώπου στο σπίτι του, ο προσωπικός του χώρος



Γερμανικά (de)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /deːn/
 
 

den (de)

  • τύπος του οριστικού άρθρου der-die-das
  1. τον, την, το αιτιατική ενικού του αρσενικού
    παράδειγμα Ich sehe den Turm.
         Βλέπω τον πύργο.
  2. στους, στις, στα δοτική πληθυντικού για όλα τα γένη
    παράδειγμα Ich gebe den Hühnern das Futter.
         Δίνω η τροφή στα κοτόπουλα.

Αντωνυμία

[επεξεργασία]

den (de)

  1. (αναφορική)
    1. που αιτιατική ενικού του αρσενικού
      παράδειγμα Der Mann, den du getroffen hast.
           Ο άνδρας που συνάντησες.
  2. (δεικτική)
    1. τον, την, το αιτιατική ενικού του αρσενικού
      παράδειγμα Der Mann? Den kenne ich nicht.
           Ο άνδρας; Δεν τον ξέρω.



Μπαμπάρα (bm)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

den



Ολλανδικά (nl)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

den (nl)



Τσεχικά (cs)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
 

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

den (cs) αρσενικό

  1. μέρα