den

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

den (en)

  1. το άντρο (φωλιά ορισμένων ζώων, όπως του λιονταριού)
  2. το άντρο, το κρησφύγετο
  3. το ησυχαστήριο ενός ανθρώπου στο σπίτι του, ο προσωπικός του χώρος



Μπαμπάρα (bm) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

den



Ολλανδικά (nl) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

den (nl)



Τσεχικά (cs) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

den 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

den (cs) αρσενικό

  1. μέρα