ακόλουθος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο/η ακόλουθος οι ακόλουθοι
      γενική του/της
του
ακολούθου
ακόλουθου
των ακολούθων
& ακόλουθων
    αιτιατική τον/την ακόλουθο τους/τις
τους
ακολούθους
ακόλουθους
     κλητική ακόλουθο ακόλουθοι
Ο δεύτερος τύπος της γενικής ενικού και αιτιατικής πληθυντικού, μόνο για το αρσενικό.
Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ακόλουθος < αρχαία ελληνική ἀκόλουθος

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /aˈkɔ.lu.θɔs/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ακόλουθος αρσενικό ή θηλυκό

  1. αυτός που συνοδεύει κάποιον
  2. που ακολουθεί τη λογική ακολουθία, συνεπής και πιθανός, που βγάζει νόημα, που έχει λογική

Επίθετο[επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ακόλουθος ακόλουθη ακόλουθο
γενική ακόλουθου ακόλουθης ακόλουθου
αιτιατική ακόλουθο ακόλουθη ακόλουθο
κλητική ακόλουθε ακόλουθη ακόλουθο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ακόλουθοι ακόλουθες ακόλουθα
γενική ακόλουθων ακόλουθων ακόλουθων
αιτιατική ακόλουθους ακόλουθες ακόλουθα
κλητική ακόλουθοι ακόλουθες ακόλουθα

ακόλουθος, -η, -ο

  1. αυτός που έπεται χρονικά, που είναι μετά
  2. που αναφέρεται αμέσως μετά (σε προφορικό ή γραπτό λόγο)

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]