ακολουθώ
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ακολουθώ < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ἀκολουθῶ < ἀκολουθέω → δείτε και τη λέξη κέλευθος.
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /a.ko.luˈθo/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : α‐κο‐λου‐θώ
- τονικό παρώνυμο: ακόλουθο
Ρήμα
[επεξεργασία]ακολουθώ, -είς...//ακολουθάω, -άς..., αόρ.: ακολούθησα, παθ.φωνή: ακολουθούμαι, μτχ.π.ε.: ακολουθούμενος, π.αόρ.: ακολουθήθηκα, μτχ.π.π.: ακολουθημένος
- πηγαίνω πίσω από κάποιον άλλον διανύοντας την ίδια διαδρομή με αυτόν
Της είχε γίνει έμμονη ιδέα και τον ακολουθούσε όπου πήγαινε κατά πόδας.
- διανύω μια προκαθορισμένη διαδρομή προσέχοντας να μην ξεφύγω από αυτήν
Μπορείς να ακολουθήσεις μια συντομότερη διαδρομή.
- (μεταφορικά) ενεργώ σύμφωνα με μια αρχή ή ένα πρότυπο
ακολουθώ την καρδιά μου / ακολουθώ τον δρόμο της καρδιάς / δεν ακολουθώ τη γραμμή κανενός κόμματος
- (μεταφορικά) για την εξέλιξη ενός μεγέθους
Φθίνουσα πορεία ακολουθεί ο πληθυσμός των μικρών νησιών.
- είμαι ο επόμενος σε μια ακολουθία στοιχείων
Μετά την πρώτη φάση του PSI ακολουθεί η δεύτερη.
- έρχομαι ως συνέπεια προηγούμενων γεγονότων
Ποιος ξέρει τι θα ακολουθήσει μετά τις σημερινές εξελίξεις!
Συνώνυμα
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]Κλίση
[επεξεργασία] Ενεργητική φωνή
| Εξακολουθητικοί χρόνοι | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| πρόσωπα | Ενεστώτας | Παρατατικός | Εξ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | ακολουθάω - ακολουθώ | ακολουθούσα - ακολούθαγα | θα ακολουθάω - ακολουθώ | να ακολουθάω - ακολουθώ | ακολουθώντας | |
| β' ενικ. | ακολουθάς - ακολουθείς | ακολουθούσες - ακολούθαγες | θα ακολουθάς - ακολουθείς | να ακολουθάς - ακολουθείς | ακολούθα - ακολούθαγε | |
| γ' ενικ. | ακολουθάει - ακολουθά - ακολουθεί | ακολουθούσε - ακολούθαγε | θα ακολουθάει - ακολουθά - ακολουθεί | να ακολουθάει - ακολουθά - ακολουθεί | ||
| α' πληθ. | ακολουθάμε - ακολουθούμε | ακολουθούσαμε - ακολουθάγαμε | θα ακολουθάμε - ακολουθούμε | να ακολουθάμε - ακολουθούμε | ||
| β' πληθ. | ακολουθάτε - ακολουθείτε | ακολουθούσατε - ακολουθάγατε | θα ακολουθάτε - ακολουθείτε | να ακολουθάτε - ακολουθείτε | ακολουθάτε - ακολουθείτε | |
| γ' πληθ. | ακολουθάν(ε) - ακολουθούν(ε) | ακολουθούσαν(ε) - ακολούθαγαν - ακολουθάγανε | θα ακολουθάν(ε) - ακολουθούν(ε) | να ακολουθάν(ε) - ακολουθούν(ε) | ||
| Συνοπτικοί χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Αόριστος | Συνοπτ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Απαρέμφατο | |
| α' ενικ. | ακολούθησα | θα ακολουθήσω | να ακολουθήσω | ακολουθήσει | ||
| β' ενικ. | ακολούθησες | θα ακολουθήσεις | να ακολουθήσεις | ακολούθα - ακολούθησε | ||
| γ' ενικ. | ακολούθησε | θα ακολουθήσει | να ακολουθήσει | |||
| α' πληθ. | ακολουθήσαμε | θα ακολουθήσουμε | να ακολουθήσουμε | |||
| β' πληθ. | ακολουθήσατε | θα ακολουθήσετε | να ακολουθήσετε | ακολουθήστε | ||
| γ' πληθ. | ακολούθησαν ακολουθήσαν(ε) |
θα ακολουθήσουν(ε) | να ακολουθήσουν(ε) | |||
| Συντελεσμένοι χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Παρακείμενος | Υπερσυντέλικος | Συντελ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | |
| α' ενικ. | έχω ακολουθήσει | είχα ακολουθήσει | θα έχω ακολουθήσει | να έχω ακολουθήσει | ||
| β' ενικ. | έχεις ακολουθήσει | είχες ακολουθήσει | θα έχεις ακολουθήσει | να έχεις ακολουθήσει | ||
| γ' ενικ. | έχει ακολουθήσει | είχε ακολουθήσει | θα έχει ακολουθήσει | να έχει ακολουθήσει | ||
| α' πληθ. | έχουμε ακολουθήσει | είχαμε ακολουθήσει | θα έχουμε ακολουθήσει | να έχουμε ακολουθήσει | ||
| β' πληθ. | έχετε ακολουθήσει | είχατε ακολουθήσει | θα έχετε ακολουθήσει | να έχετε ακολουθήσει | ||
| γ' πληθ. | έχουν ακολουθήσει | είχαν ακολουθήσει | θα έχουν ακολουθήσει | να έχουν ακολουθήσει |
| |
Παθητική φωνή
| Εξακολουθητικοί χρόνοι | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| πρόσωπα | Ενεστώτας | Παρατατικός | Εξ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | ακολουθούμαι | ακολουθούμουν | θα ακολουθούμαι | να ακολουθούμαι | ακολουθούμενος | |
| β' ενικ. | ακολουθείσαι | ακολουθούσουν | θα ακολουθείσαι | να ακολουθείσαι | ||
| γ' ενικ. | ακολουθείται | ακολουθούνταν | θα ακολουθείται | να ακολουθείται | ||
| α' πληθ. | ακολουθούμαστε | ακολουθούμασταν ακολουθούμαστε |
θα ακολουθούμαστε | να ακολουθούμαστε | ||
| β' πληθ. | ακολουθείστε | ακολουθούσασταν ακολουθούσαστε |
θα ακολουθείστε | να ακολουθείστε | ακολουθείστε | |
| γ' πληθ. | ακολουθούνται | ακολουθούνταν | θα ακολουθούνται | να ακολουθούνται | ||
| Συνοπτικοί χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Αόριστος | Συνοπτ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Απαρέμφατο | |
| α' ενικ. | ακολουθήθηκα | θα ακολουθηθώ | να ακολουθηθώ | ακολουθηθεί | ||
| β' ενικ. | ακολουθήθηκες | θα ακολουθηθείς | να ακολουθηθείς | ακολουθήσου | ||
| γ' ενικ. | ακολουθήθηκε | θα ακολουθηθεί | να ακολουθηθεί | |||
| α' πληθ. | ακολουθηθήκαμε | θα ακολουθηθούμε | να ακολουθηθούμε | |||
| β' πληθ. | ακολουθηθήκατε | θα ακολουθηθείτε | να ακολουθηθείτε | ακολουθηθείτε | ||
| γ' πληθ. | ακολουθήθηκαν ακολουθηθήκαν(ε) |
θα ακολουθηθούν(ε) | να ακολουθηθούν(ε) | |||
| Συντελεσμένοι χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Παρακείμενος | Υπερσυντέλικος | Συντελ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | έχω ακολουθηθεί | είχα ακολουθηθεί | θα έχω ακολουθηθεί | να έχω ακολουθηθεί | ακολουθημένος | |
| β' ενικ. | έχεις ακολουθηθεί | είχες ακολουθηθεί | θα έχεις ακολουθηθεί | να έχεις ακολουθηθεί | ||
| γ' ενικ. | έχει ακολουθηθεί | είχε ακολουθηθεί | θα έχει ακολουθηθεί | να έχει ακολουθηθεί | ||
| α' πληθ. | έχουμε ακολουθηθεί | είχαμε ακολουθηθεί | θα έχουμε ακολουθηθεί | να έχουμε ακολουθηθεί | ||
| β' πληθ. | έχετε ακολουθηθεί | είχατε ακολουθηθεί | θα έχετε ακολουθηθεί | να έχετε ακολουθηθεί | ||
| γ' πληθ. | έχουν ακολουθηθεί | είχαν ακολουθηθεί | θα έχουν ακολουθηθεί | να έχουν ακολουθηθεί | ||
| Συντελεσμένοι χρόνοι (β΄ τύποι) | ||||||
| Παρακείμενος | είμαι, είσαι, είναι ακολουθημένος - είμαστε, είστε, είναι ακολουθημένοι | |||||
| Υπερσυντέλικος | ήμουν, ήσουν, ήταν ακολουθημένος - ήμαστε, ήσαστε, ήταν ακολουθημένοι | |||||
| Συντελ. Μέλλ. | θα είμαι, θα είσαι, θα είναι ακολουθημένος - θα είμαστε, θα είστε, θα είναι ακολουθημένοι | |||||
| Υποτακτική | να είμαι, να είσαι, να είναι ακολουθημένος - να είμαστε, να είστε, να είναι ακολουθημένοι | |||||
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- ακολουθώ - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- ακολουθώ - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
- ακολουθώ - Γεωργακάς, Δημήτριος. A Modern Greek-English Dictionary [Ελληνοαγγλικό λεξικό] (μόνο το γράμμα α) - Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Κατηγορίες:
- Κληρονομημένες λέξεις από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Τονικά παρώνυμα (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ρήματα (νέα ελληνικά)
- Ρηματικές φωνές (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Μεταφορικοί όροι (νέα ελληνικά)
- Ρήματα που κλίνονται όπως το «ζητώ»
- Ρήματα που κλίνονται όπως το «θεωρούμαι»
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)