Μετάβαση στο περιεχόμενο

ακολουθώ

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: ἀκολουθῶ

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ακολουθώ < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ἀκολουθῶ < ἀκολουθέω  δείτε και τη λέξη κέλευθος.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /a.ko.luˈθo/
τυπογραφικός συλλαβισμός: ακολουθώ
τονικό παρώνυμο: ακόλουθο

ακολουθώ, -είς...//ακολουθάω, -άς..., αόρ.: ακολούθησα, παθ.φωνή: ακολουθούμαι, μτχ.π.ε.: ακολουθούμενος, π.αόρ.: ακολουθήθηκα, μτχ.π.π.: ακολουθημένος

  1. πηγαίνω πίσω από κάποιον άλλον διανύοντας την ίδια διαδρομή με αυτόν
    παράδειγμα Της είχε γίνει έμμονη ιδέα και τον ακολουθούσε όπου πήγαινε κατά πόδας.
  2. διανύω μια προκαθορισμένη διαδρομή προσέχοντας να μην ξεφύγω από αυτήν
    παράδειγμα Μπορείς να ακολουθήσεις μια συντομότερη διαδρομή.
  3. (μεταφορικά) ενεργώ σύμφωνα με μια αρχή ή ένα πρότυπο
    παράδειγμα ακολουθώ την καρδιά μου / ακολουθώ τον δρόμο της καρδιάς / δεν ακολουθώ τη γραμμή κανενός κόμματος
  4. (μεταφορικά) για την εξέλιξη ενός μεγέθους
    παράδειγμα Φθίνουσα πορεία ακολουθεί ο πληθυσμός των μικρών νησιών.
  5. είμαι ο επόμενος σε μια ακολουθία στοιχείων
    παράδειγμα Μετά την πρώτη φάση του PSI ακολουθεί η δεύτερη.
  6. έρχομαι ως συνέπεια προηγούμενων γεγονότων
    παράδειγμα Ποιος ξέρει τι θα ακολουθήσει μετά τις σημερινές εξελίξεις!

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]