Μετάβαση στο περιεχόμενο

πρεσβεύω

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
πρεσβεύω < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή πρεσβεύω (υποστηρίζω)[1] < αρχαία ελληνική πρεσβεύω

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /pɾeˈzve.vo/
τυπογραφικός συλλαβισμός: πρεσβεύω

πρεσβεύω (παθητική φωνή: πρεσβεύομαι)

  1. πιστεύω, έχω την άποψη ότι
      Λέει αυτό που πρεσβεύει και το υποστηρίζει σθεναρά, στο μέτρο που το πιστεύει. Για αυτό και θα τον δούμε να καταγγέλλει τη «γυναικουλίστικου πνεύματος προετοιμασία» που απαιτείται για να γίνει μια στρατιωτική παρέλαση (Εφτά νοητικές σημειώσεις πάνω στο έργο του Γιώργου Ιωάννου, 28/3/2025 )
  2. εκπροσωπώ, αντιπροσωπεύω
  3. (θρησκεία) μεσολαβώ μεταξύ ανθρώπων προσευχομένων και θεού / αγίων

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
πρεσβεύω < πρέσβ(υς) + -εύω

πρεσβεύω

  1. είμαι γηραιότερος σε ηλικία
  2. παίρνω την πρώτη θέση
  3. απονέμω πρωτεία
  4. είμαι πρεσβευτής
  5. (ελληνιστική κοινή) υποστηρίζω

Συγγενικά

[επεξεργασία]