πρεσβεύω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el)[επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

πρεσβεύω < από το αρχαίο "πρέσβυς -είμαι ηλικιωμένος,υπηρετώ ως πρέσβυς-. μεταγενέστερα πήρε τη σημασία του "αποδέχομαι" , "πιστεύω".

Ρήμα[επεξεργασία]

πρεσβεύω

Μεταφράσεις[επεξεργασία]