μεσολαβώ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

μεσολαβώ < μεταγενέστερη ελληνική μεσολαβέω-ῶ < μεσο- + -λαβῶ (< ἒ-λαβ-ον, αόριστος του λαμβάνω)

Open book 01.svg Ρήμα[]

μεσολαβώ

  1. παρεμβαίνω μεταξύ δύο αντιτιθέμενων μερών, με σκοπό να να επιλυθούν οι διαφορές μεταξύ τους ή να συμβιβαστούν οι διαφορετικές τους απόψεις
  2. ενεργώ για λογαριασμό τρίτου
  3. είμαι ανάμεσα σε (τοπικά ή χρονικά) σημεία
    από το σπίτι μου στη δουλειά μεσολαβούν τρεις μεγάλες λεωφόροι
  4. συμβαίνω μέσα σε ένα χρονικό διάστημα
    μάλλον μεσολάβησε κάτι στη δουλειά, για αυτό κι άργησε νε επιστρέψει

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]