συνέπεια

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική συνέπεια συνέπειες
γενική συνέπειας συνεπειών
αιτιατική συνέπεια συνέπειες
κλητική συνέπεια συνέπειες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

συνέπεια < ελληνιστική κοινή συνέπεια < σύν + αρχαία ελληνική ἔπος < ϝέπος ‎< πρωτοελληνική *wékʷos < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *wékʷos < *wekʷ- ‎(μιλώ) (μεταφραστικό δάνειο από την γαλλική conséquence)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /si.ˈnε.pi.a/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

συνέπεια θηλυκό

  1. η ιδιότητα ή η συμπεριφορά του συνεπούς
    Books-aj.svg aj ashton 01g.png αντώνυμα: ασυνέπεια
  2. το αποτέλεσμα
    η δικαστική εξουσία είναι υπεύθυνη για τον έλεγχο της συνέπειας στη διαδικασία εφαρμογής των νόμων και την απονομή της δικαιοσύνης
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: επακόλουθο

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]