αποτέλεσμα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : ἀποτέλεσμα

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αποτέλεσμα αποτελέσματα
γενική αποτελέσματος αποτελεσμάτων
αιτιατική αποτέλεσμα αποτελέσματα
κλητική αποτέλεσμα αποτελέσματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αποτέλεσμα < αρχαία ελληνική ἀποτέλεσμα < ἀποτελέω / ἀποτελῶ < ἀπό + τελέω / τελῶ < τέλος < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *kʷel- (2. σημασιολογικό δάνειο από γαλλική résultats)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /a.pɔ.ˈtɛ.lɛ.zma/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αποτέλεσμα ουδέτερο

  1. το προϊόν ή η κατάσταση που προκύπτει από την ολοκλήρωση ή κατάληξη κάποιας εργασίας ή ενέργειας
  2. η ετυμηγορία για την κατάληξη μιας εξεταστικής (ή άλλης) διαδικασίας (ανακοίνωση επιτυχώντων και αποτυχώντων)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]