Μετάβαση στο περιεχόμενο

εργασία

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης : ἐργασία

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η εργασία οι εργασίες
      γενική της εργασίας των εργασιών
    αιτιατική την εργασία τις εργασίες
     κλητική εργασία εργασίες
Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
εργασία < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐργασία

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /eɾ.ɣaˈsi.a/
τυπογραφικός συλλαβισμός : ερ‐γα‐σί‐α

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

εργασία θηλυκό

  1. η ενέργεια του ρήματος εργάζομαι, η απασχόληση με ένα συγκεκριμένο έργο, η ανθρώπινη δραστηριότητα που αποσκοπεί στην παραγωγή ενός προϊόντος, υλικού ή πνευματικού
    ※  Εστιάζοντας στην καταβολή των συντάξεων γήρατος, που αποτελεί το αντικείμενο του παρόντος εγχειριδίου, αυτή στοχεύει στο να διασφαλίσει ότι οι εργαζόμενοι, όταν καταστούν μη ικανοί για εργασία λόγω της επέλευσης του ασφαλιστικού κινδύνου του γήρατος, αποκτούν ένα επαρκές επίπεδο εισοδήματος για να ανταπεξέλθουν στις αναγκαίες δαπάνες ώστε να επιτύχουν τη διατήρηση της ποιότητας ζωής που είχαν πριν την συνταξιοδότηση. (Προϋποθέσεις συνταξιοδότησης, ΠΗΓΑΣΟΣ - Αντιμετωπίζοντας το έμφυλο συνταξιοδοτικό χάσμα στην Ελλάδα, Γενική Γραμματεία Δημογραφικής και Οικογενειακής Πολιτικής και Ισότητας των Φύλων, ανακτήθηκε στις 24/5/2026 )
    ≈ συνώνυμα: δουλειά
  2. το επάγγελμα ενός ανθρώπου
    ≈ συνώνυμα: δουλειά
  3. ο τόπος ή ο φορέας (εταιρεία, οργανισμός, επιχείρηση, κατάστημα, συνεργείο κλπ) στον οποίο κάποιος εργάζεται
    ≈ συνώνυμα: δουλειά
  4. το σύνολο των εργαζομένων με εξαρτημένη σχέση
    για μια ακόμη φορά ήρθαν αντιμέτωποι το κεφάλαιο και η εργασία
  5. (στην εκπαίδευση) γραπτό δοκίμιο ή κατασκευή που πρέπει να συντάξει ή να κατασκευάσει ένας σπουδαστής ή μαθητής με προσωπική έρευνα στο πλαίσιο των μαθημάτων του
    ο καθηγητής μου ζήτησε να έχω ολοκληρώσει την εργασία μου μέχρι το τέλος της εβδομάδας
  6. (πληροφορική) job: ή σύνολο εργασιών που εκτελείται αυτόματα και προσχεδιασμένα, χωρίς την μεσολάβηση του χρήστη
  7. (πληροφορική) process: ο όρος εργασία χρησιμοποιείται μερικές φορές αντί του διεργασία[1]

Πολυλεκτικοί όροι

[επεξεργασία]

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

Σύνθετα

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. ↑ «Εισαγωγή στα λειτουργικά συστήματα», σελ. 32 από kallipos.gr. πρόσβαση:26/09/2019