process

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

process (en)

  1. διαδικασία
  2. διεργασία
  3. (πληροφορική) διεργασία
     συνώνυμα: task
    δείτε επίσης: Process (computing) στην αγγλική Βικιπαίδεια

Ρήμα[επεξεργασία]

process (en)

  1. διεκπεραιώνω (μια αίτηση)
  2. επεξεργάζομαι (πρώτες ύλες)
  3. παρελαύνω, βαδίζω σε πομπή

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

  • process στην αγγλική Βικιπαίδεια Άρθρο στην αγγλική Βικιπαίδεια