επεξεργάζομαι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: ἐπεξεργάζομαι

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

επεξεργάζομαι < αρχαία ελληνική ἐπεξεργάζομαι < ἐπί + ἐξ + ἐργάζομαι

Ρήμα[επεξεργασία]

επεξεργάζομαι (αποθετικό)

  1. προσπαθώ να δημιουργήσω κάτι ή το διορθώνω δημιουργικά τροποποιώντας το και προσπαθώντας να το βελτιώσω
  2. κατεργάζομαι

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]