διορθώνω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

διορθώνω < μεσαιωνική ελληνική διορθώνω < αρχαία ελληνική διορθόω / διορθῶ < διά + ὀρθόω / ὀρθῶ < ὀρθός < ϝορθϝός < ινδοευρωπαϊκή *worHdʰ- < *h₃er- (σηκώνω) +‎ *dʰeh₁- (τοποθετώ)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ði.ɔɾ.ˈθɔ.nɔ/ και /ðʝɔɾ.ˈθɔ.nɔ/

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

διορθώνω (παθητική φωνή: διορθώνομαι)

  1. δείχνω σε κάποιον ένα λάθος υποδεικνύοντας το σωστό ή αντικαθιστώντας το με το σωστό
  2. αλλάζω επιτυχώς κάποια πράγματα σε μια κατάσταση, ώστε να υπάρχει θετική εξέλιξη
  3. βελτιώνω κάποιον άνθρωπο, αφαιρώντας ή μειώνοντας τα αρνητικά στοιχεία του χαρακτήρα του
  4. βελτιώνω
  5. επισκευάζω
    Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές : επιδιορθώνω

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]