correct
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Επίθετο
[επεξεργασία]| παραθετικά | |
| θετικός | correct |
| συγκριτικός | more correct |
| υπερθετικός | most correct |
correct (en)
Επιφώνημα
[επεξεργασία]correct! (en)
Ρήμα
[επεξεργασία]| ενεστώτας | correct |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | corrects |
| αόριστος | corrected |
| παθητική μετοχή | corrected |
| ενεργητική μετοχή | correcting |
correct (en)
Πηγές
[επεξεργασία]
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]
Επίθετο
[επεξεργασία]correct (fr)