ευγενής

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: εὐγενής

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ευγενής ευγενής ευγενές
γενική ευγενούς ευγενούς ευγενούς
αιτιατική ευγενή ευγενή ευγενές
κλητική ευγενή(ής) ευγενής ευγενές
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ευγενείς ευγενείς ευγενή
γενική ευγενών ευγενών ευγενών
αιτιατική ευγενείς ευγενείς ευγενή
κλητική ευγενείς ευγενείς ευγενή
Δείτε και την κλίση των ουσιαστικοποιημένων.

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ευγενής αρχαία ελληνική εὐγενής < εὖ +γένος

Επίθετο[επεξεργασία]

ευγενής -ής -ές, συγκριτικός ευγενέστερος, υπερθετικός ευγενέστατος

  1. αριστοκρατικός
    ευγενής καταγωγή
  2. ο ευγενικός στην συμπεριφορά
  3. ο βασισμένος σε υψηλά ιδανικά

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο/η ευγενής οι ευγενείς
      γενική του/της ευγενή*
& ευγενούς**
των ευγενών
    αιτιατική τον/την ευγενή τους/τις ευγενείς
     κλητική ευγενή ευγενείς
* γενική ενικού για το αρσενικό, και προφορικός τύπος γενικής για το θηλυκό
** -ούς γενική ενικού για το θηλυκό, και λόγιος τύπος για το αρσενικό.
Δείτε και την κλίση του επιθέτου.
Παράρτημα:Ουσιαστικά

ευγενής αρσενικό

Μεταφράσεις[επεξεργασία]