ευγενικός
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ευγενικός < (διαχρονικό δάνειο) μεσαιωνική ελληνική εὐγενικός < εὐγεν(ής) (ευγενής) + -ικός[1].
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /e.vʝe.niˈkos/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : ευ‐γε‐νι‐κός
Επίθετο
[επεξεργασία]ευγενικός, -ή, -ό, συγκριτικός : ευγενικότερος, υπερθετικός : ευγενικότατος
- χαρακτηριζόμενος από ευγένεια
- που έχει καλούς τρόπους
- ευγενούς, αριστοκρατικής καταγωγής
Παράγωγα
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]→ δείτε ευγενής
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] που έχει καλούς τρόπους
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ ευγενικός - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Πηγές
[επεξεργασία]- ευγενικός - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
Κατηγορίες:
- Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά)
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με πρόθημα ευ- (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -ικός (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Επίθετα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)