Μετάβαση στο περιεχόμενο

ευγενικός

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: εὐγενικός, Ευγενικός

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο ευγενικός η ευγενική το ευγενικό
      γενική του ευγενικού της ευγενικής του ευγενικού
    αιτιατική τον ευγενικό την ευγενική το ευγενικό
     κλητική ευγενικέ ευγενική ευγενικό
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι ευγενικοί οι ευγενικές τα ευγενικά
      γενική των ευγενικών των ευγενικών των ευγενικών
    αιτιατική τους ευγενικούς τις ευγενικές τα ευγενικά
     κλητική ευγενικοί ευγενικές ευγενικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ευγενικός < (διαχρονικό δάνειο) μεσαιωνική ελληνική εὐγενικός < εὐγεν(ής) (ευγενής) + -ικός[1].

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /e.vʝe.niˈkos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: ευγενικός

Επίθετο

[επεξεργασία]

ευγενικός, -ή, -ό, συγκριτικός:  ευγενικότερος, υπερθετικός:  ευγενικότατος

  1. που έχει καλούς τρόπους
     συνώνυμα: αβρός, ευγενής
     αντώνυμα: αγενής
  2. ευγενούς, αριστοκρατικής καταγωγής
     συνώνυμα: αριστοκρατικός, ευγενής

Παράγωγα

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

 δείτε ευγενής

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  • ευγενικός - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών.  (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)