kind
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Επίθετο
[επεξεργασία]| παραθετικά | |
| θετικός | kind |
| συγκριτικός | kinder |
| υπερθετικός | kindest |
kind (en)
- καλός, ευγενικός, καλοκάγαθος
You are very kind with me.
- Είστε πολύ καλός μαζί μου.
It was kind of you to help me.
- Ήταν ευγενικό εκ μέρους σας να με βοηθήσετε.
- (επίσημο) χρησιμοποιείται για να κάνει ένα ευγενικό αίτημα ή να δώσει μια εντολή
Would you be so kind as to…
- Θα είχατε την καλοσύνη να…
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| kind | kinds |
kind (en) (μετρήσιμο και μη μετρήσιμο)
- το είδος, τέτοιος, η πάστα, λογής, ομάδα ανθρώπων ή πραγμάτων που είναι ίδια κατά κάποιο τρόπο
It’s the only one of its kind.
- Είναι μοναδικό στο είδος του.
This kind of exercise is very popular.
- Αυτό το είδος άσκησης είναι πολύ δημοφιλές.
We have the same kind of car.
- Έχουμε το ίδιο είδος αυτοκινήτου.
What kind of person is he?
- Τι είδους άνθρωπος είναι;
What kind of fabric is this?
- Τι είδους ύφασμα είναι αυτό;
What kind of/kinds of books do you like to read?
- Τι είδους βιβλία θέλετε να διαβάσετε;
Any kind of help is welcome.
- Κάθε είδους βοήθεια είναι ευπρόσδεκτη.
They sell all kinds of things.
- Πουλάνε όλων των ειδών πράγματα.
She is not that kind of person.
- Δεν είναι από το είδος των ανθρώπων.
We have two kinds of cake for you to try.
- Έχουμε δύο είδη κέικ να δοκιμάσεις.
I need to buy paper and pencils, those kinds of things/that kind of thing.
- Χρειάζομαι να αγοράσω χαρτί και μολύβια, τέτοια πράγματα.
He is not that kind of man.
- Δεν είναι τέτοιος τύπος.
What do we do in these kinds of cases?
- Τι κάνουμε σε τέτοιες περιπτώσεις;
I haven’t heard of anything of the kind.
- Δεν άκουσα τίποτε τέτοιο.
You’re like that, you do those kinds of things.
- Τέτοιος είσαι, τέτοια κάνεις.
I will never have that kind of money.
- Δεν θα έχω ποτέ τόσα χρήματα.
What kind of man is he?
- Τι πάστα άνθρωπος είναι;
He is not the kind (of person) to gossip.
- Δεν είναι από πάστα κουτσομπόλη.
He associates with all kinds of people.
- Κάνει παρέα με κάθε λογής ανθρώπους.
- ≈ συνώνυμα: sort και type
Πηγές
[επεξεργασία]- kind (adjective) - Oxford Learner's Dictionaries
- kind (noun) - Oxford Learner's Dictionaries
- Stavropoulos, D N (2008). Stavropoulos, G N. ed. Oxford Greek-English Learner's Dictionary (Revised έκδοση). Oxford: Oxford University Press. σελ. 672, 904-905. ISBN 9780194325684., λήμμα: πάστα, τύπος
Αφρικάανς (af)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]kind (af)
- το παιδί
Ολλανδικά (nl)
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]kind (nl) ουδέτερο (πληθυντικός kinderen, kinders)
- το παιδί