Μετάβαση στο περιεχόμενο

έργο

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το έργο τα έργα
      γενική του έργου των έργων
    αιτιατική το έργο τα έργα
     κλητική έργο έργα
Κατηγορία όπως «πεύκο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
έργο < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἔργον & σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική oeuvre, ouvrage, travail[1]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈeɾ.ɣo/
τυπογραφικός συλλαβισμός: έργο

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

έργο ουδέτερο

  1. αυτό που παράγει ένας άνθρωπος με την εργασία του, χειρωνακτική ή διανοητική, επιστημονική ή καλλιτεχνική
    παράδειγμα  Άφησε σπουδαίο έργο στο χώρο της αστροφυσικής.
    παράδειγμα  Ο ζωγράφος θα εκθέσει τα έργα του στη γκαλερί...
  2. κινηματογραφική ταινία
  3. εργασία που συνήθως γίνεται σε πολλά ενδιάμεσα στάδια και έχει κάποιο συγκεκριμένο τέλος και σκοπό
    παράδειγμα  μεγαλεπήβολο έργο
    παράδειγμα  Το έργο αυτό θα βοηθήσει στην ανάπτυξη της περιοχής.
      Στο Τμήμα Υδροοικονομίας υπάγονται οι αρμοδιότητες, που αφορούν κυρίως στην προστασία και τη διαχείριση υδάτων, όπως οι κατωτέρω: .. γ) Η έκδοση αποφάσεων του περιφερειάρχη για την επιβολή περιορισμών ή άλλων μέτρων για τη χρήση υδάτων και την εκτέλεση έργων αξιοποίησής τους. (Χρίστος Λαδιάς, Το σύγχρονο θεσμικό πλαίσιο της περιφερειακής ανάπτυξης στην Ελλάδα, εκδ. Παπαζήση, 2023, σελ. 71)
  4. (φυσική) η ενέργεια που μεταφέρεται από το ένα σώμα ή πεδίο σε ένα άλλο μέσω της άσκησης δύναμης

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Πολυλεκτικοί όροι

[επεξεργασία]

Εκφράσεις

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Δείτε τα συγγενικά και σύνθετά τους:

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]
Μεταφράσεις προς κατάταξη κατά έννοια

Αναφορές

[επεξεργασία]