Μετάβαση στο περιεχόμενο

Arbeit

Από Βικιλεξικό

Γερμανικά (de)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Arbeit < arbaiþi

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈaʁbaɪ̯t/
 
 
τυπογραφικός συλλαβισμός: Arbeit

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

Arbeit (de) θηλυκό

  • η δουλειά
    παράδειγμα Es muss noch die Arbeit in der Küche gemacht werden.
         Πρέπει ακόμα να γίνουν οι δουλειές στην κουζίνα.
    παράδειγμα Die Arbeit im Büro macht mir keinen Spaß, aber ich verdiene wenigstens gut.
         Δεν μου αρέσει η δουλειά στο γραφείο, αλλά τουλάχιστον βγάζω καλά λεφτά.
    παράδειγμα Horst hat wieder Arbeit: Eine Reinigungsfirma hat ihn angestellt.
         Ο Χορστ βρήκε πάλι δουλειά: Μια εταιρεία καθαρισμού τον προσέλαβε.
    παράδειγμα Man sieht gar nicht, wie viel Arbeit in einem guten Roman steckt.
         Δεν φαίνεται καθόλου πόση δουλειά κρύβεται πίσω από ένα καλό μυθιστόρημα.
    παράδειγμα Wir können heute Abend weiterdiskutieren, ich muss jetzt zur Arbeit.
         Μπορούμε να συνεχίσουμε τη συζήτηση απόψε το βράδυ, πρέπει να πάω στη δουλειά τώρα.
  • η εργασία
    παράδειγμα Wenn du auf einen Tisch springst, hast du phsyikalische Arbeit verrichtet.
         Όταν πηδάς πάνω σε ένα τραπέζι, έχεις εκτελέσει φυσική εργασία.
    παράδειγμα Ihre Arbeit an den Redewendungen im Wiktionary machen ihr sehr viel Spaß.
         Η εργασία της με τις εκφράσεις στο βικιλεξικό της προσφέρει μεγάλη χαρά.
    παράδειγμα Arbeit ist eine der drei Säulen der Volkswirtschaft.
         Η εργασία αποτελεί έναν από τους τρεις πυλώνες της εθνικής οικονομίας.
    παράδειγμα Herr Köhler wird heute die Arbeiten der Konststudenten beurteilen.
         Ο κ. Κόλερ θα αξιολογήσει σήμερα τις εργασίες των φοιτητών της Σχολής Καλών Τεχνών.
  • άλλες έννοιες
    παράδειγμα Lea schreibt nächste Woche drei Arbeiten: Physik, Biologie und Französisch.
         Η Λέα θα δώσει τρεις εξετάσεις την επόμενη εβδομάδα: Φυσική, Βιολογία και Γαλλικά.
    παράδειγμα Du solltest dich schonen, damit dein Herz nicht so viel Arbeit leisten muss.
         Θα πρέπει να προσέχεις τον εαυτό σου, ώστε η καρδιά σου να μην χρειάζεται να καταβάλλει τόσο μεγάλη προσπάθεια.
    παράδειγμα Ohne Strom kann der Computer keine Arbeit verrichten.
         Χωρίς ρεύμα, ο υπολογιστής δεν μπορεί να λειτουργήσει.

Εκφράσεις

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]
Σύνθετα
[επεξεργασία]