Μετάβαση στο περιεχόμενο

δουλειά

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: δουλεία

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η δουλειά οι δουλειές
      γενική της δουλειάς των δουλειών
    αιτιατική τη δουλειά τις δουλειές
     κλητική δουλειά δουλειές
Οι καταλήξεις προφέρονται με συνίζηση.
Κατηγορία όπως «καρδιά» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
δουλειά < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική δουλειά < ελληνιστική κοινή δουλεία < αρχαία ελληνική δουλεία < δουλεύω < δοῦλος. Συγκρίνετε με το δουλεία.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ðuˈʎa/
τυπογραφικός συλλαβισμός: δουλειά

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

δουλειά θηλυκό

  1. η ενέργεια του δουλεύω, η εργασία
    παράδειγμα  Με σκληρή δουλειά πέτυχε ό,τι πέτυχε στη ζωή του.
      Μιά νύχτα. Δεκέμβρη πάλι, τσακισμένος ἀπό τή δουλειά, είδες τον ἐργολάβο να δέρνει μ' ένα ματσούκι ἀλύπητα ἕνα δεκαεξάχρονο παιδί. Τὸ παιδὶ δὲν ἄντεχε, εἶχε πάθει ἐντερικά, κι αὐτὸς ὁ ἀγαρηνός, δὲν τούδινε τρόπο νὰ γυρίσει σὲ κάτι συγγενεῖς του στὸ Σικάγο . Ἦταν ἀπὸ τὴ Στεμνίτσα κ ̓ ἤθελε νὰ γυρίσει πίσω. (Αποστολίδης, Ανθολογία Το διήγημα, τόμος 2, 1954 σελ. 242)
  2. η εργασία, το επάγγελμα
    παράδειγμα  Τι δουλειά κάνεις;
  3. η εργασία, ο τόπος ή ο φορέας (εταιρεία, οργανισμός, επιχείρηση, κατάστημα, συνεργείο) στον οποίο κάποιος εργάζεται
    παράδειγμα  Πηγαίνω στη δουλειά μου με το λεωφορείο.
  4. πληθυντικός  δείτε δουλειές η οικονομική-επιχειρηματική συνεργασία και δοσοληψία
    παράδειγμα  Η εταιρεία του κάνει δουλειές με τους Γερμανούς.
  5. το προϊόν της (πνευματικής και καλλιτεχνικής κυρίως) εργασίας
    παράδειγμα  Ο γνωστός ζωγράφος θα παρουσιάσει στη γκαλερί τάδε την καινούρια του δουλειά.
  6. η ανάμειξη κάποιου σε μια υπόθεση, ο ρόλος που μπορεί να παίξει σ' αυτήν
    παράδειγμα  Τι δουλειά έχεις εσύ μ' αυτόν τον παλιάνθρωπο; (γιατί σχετίζεσαι μαζί του;)

Εκφράσεις

[επεξεργασία]
  • δουλειές με φούντες: προσοδοφόρα οικονομική δραστηριότητα
  • ανοίγω δουλειές: προσθέτω νέες υποχρεώσεις
  • ξέρω την δουλειά μου: ξέρω τι κάνω
  • τι δουλειά έχεις εδώ;: τι θες εδώ;
  • κοιτάω τη δουλειά μου:: δεν ασχολούμαι με πράγματα που δεν με αφορούν· δεν με νοιάζει τι γίνεται αλλού

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Σύνθετα

[επεξεργασία]

  Αντίστροφο λεξικό του Βικιλεξικού:
  Πατώντας εδώ θα δείτε όλες τις λέξεις του Βικιλεξικού που λήγουν σε «-δουλειά»

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]
Μεταφράσεις προς κατάταξη κατά έννοια



Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

δουλειά θηλυκό