job

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: Job

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

job (en)

  1. δουλειά
  2. (πληροφορική) εργασία, ή σύνολο εργασιών που εκτελείται αυτόματα και προσχεδιασμένα, χωρίς την μεσολάβηση του χρήστη
     συνώνυμα: task



Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

job < (άμεσο δάνειο) αγγλική job

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /d͡ʒɔb/
ομόηχο: Job

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

job (fr) αρσενικό