ταινία
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | ταινία | οι | ταινίες |
| γενική | της | ταινίας | των | ταινιών |
| αιτιατική | την | ταινία | τις | ταινίες |
| κλητική | ταινία | ταινίες | ||
| Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ταινία < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ταινία. Για το παράσιτο, ελληνιστική σημασία.
- για την κινηματογραφική ταινία < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική bande [1]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /teˈni.a/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : ται‐νί‐α

Ουσιαστικό
[επεξεργασία]ταινία θηλυκό
- στενή λωρίδα από ύφασμα ή άλλο υλικό που μπορεί και να τυλιχτεί σε ρολό
- ※ Οι ζύμες έπειτα διαμορφώνονται (π.χ. με εξώθηση και κοπή, με κυλίνδριση και κοπή, με πίεση, με χύσιμο σε καλούπια ή με συσσωμάτωση σε περιστρεφόμενα τύμπανα) σε ειδικές, προκαθορισμένες μορφές (όπως σωλήνες, ταινίες, νήματα, κοχύλια, χάντρες, κόκκοι, αστράκια, κόχες, γράμματα). (Δασμολογική κατάταξη και προσδιορισμός Φ.Π.Α. αναφορικά με τα ζυμαρικά που φέρουν την ονομασία noodles (νούγιες), ΑΑΔΕ, 04/08/2017 )
- (κινηματογράφος) κινηματογραφικό έργο με μεγάλη ή μικρή διάρκεια
- ※ στην περίπτωση της συγκεκριμένης ταινίας είχα νιώσει ότι, ε, όπως και να το κάνεις, ο δημιουργός πήγαινε γυρεύοντας για να τον κράξουν, με τέτοιο συνδυασμό ασυναρτησίας, δηθενιάς και έπαρσης που ξετύλιγε στο πανί
- 2022 Απόστολος Δοξιάδης, Το τηλεφώνημα που δεν έγινε, Εκδ. Ίκαρος
ταινία μεγάλου μήκους, ταινία μικρού μήκους
- (ιατρική, κτηνιατρική, παράσιτο) παρασιτικός οργανισμός που προσβάλλει τα έντερα του ανθρώπου και άλλων ζώων
- → δείτε τις λέξεις εχινόκοκκος και ταινιοσκώληκας
Πολυλεκτικοί όροι
[επεξεργασία]- κολλητική ταινία
- μονωτική ταινία (αυτοκόλλητη ταινία που χρησιμοποιείται για να απομονωθούν ηλεκτρικά καλώδια)
- πορνογραφική ταινία
Συγγενικά
[επεξεργασία]σύνθετα, παράγωγα και συγγενικά:
- με ταινιο-, ταινι-
- σύνθετα με -ταινία όπως ενδεικτικά
- Όροι με -ταινία, Όροι με ταινι(ο)- — Άννα Αναστασιάδη-Συμεωνίδη (2003) Αντίστροφο λεξικό της νέας ελληνικής Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών. Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη ISBN:960-231-097-9 & online @greek-language.gr (συντομογραφίες, αστερίσκος για λέξεις στη λογοτεχνία)
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] στενή λωρίδα υφάσματος ή άλλου υλικού
|
μονωτική ταινία
|
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ ταινία - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ἡ | ταινίᾱ | αἱ | ταινίαι |
| γενική | τῆς | ταινίᾱς | τῶν | ταινιῶν |
| δοτική | τῇ | ταινίᾳ | ταῖς | ταινίαις |
| αιτιατική | τὴν | ταινίᾱν | τὰς | ταινίᾱς |
| κλητική ὦ! | ταινίᾱ | ταινίαι | ||
| δυϊκός | ||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | ταινίᾱ | ||
| γεν-δοτ | τοῖν | ταινίαιν | ||
| Το δίχρονο φωνήεν της παραλήγουσας είναι βραχύ. | ||||
| 1η κλίση, ομάδα 'χώρα', Κατηγορία 'σοφία' όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ταινία < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *ten-
- ΑΠΟΓΟΝΟΙ: ↷ λατινικά: taenia
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]ταινία θηλυκό
- κορδέλα από ύφασμα την οποία έδεναν γύρω από το κεφάλι ως ένδειξη νίκης
- (ενδυμασία) λωρίδα από ύφασμα την οποία χρησιμοποιούσαν οι νεώτερες, κυρίως, γυναίκες ως στηθόδεσμο
- λωρίδα για την περιβολή της κοιλιάς
- επίδεσμος
- στενή λωρίδα από δέρμα
- (ναυτικός όρος) ο επισείων
- υφασμάτινη ταινία, στερεωμένη στη λόγχη δόρατος
- (αρχιτεκτονική) γείσο
- αμμώδης έξαρση του θαλάσσιου βυθού, σύρτις
- προεξέχουσα ζώνη από ξύλο
- (ψάρι) μακρύ και λεπτό ψάρι, η ζαργάνα
Συγγενικά
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- ταινία - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- ταινία - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σοφία' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Σημασιολογικά δάνεια από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Κινηματογράφος (νέα ελληνικά)
- Ιατρική (νέα ελληνικά)
- Κτηνιατρική (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά με κλίση της ομάδας 'χώρα' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά με κλίση 'σοφία' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σοφία' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 1ης κλίσης (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 1ης κλίσης θηλυκά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά παροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά παροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις παροξύτονες (αρχαία ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *ten- (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις με ετυμολογικούς απογόνους (αρχαία ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Ουσιαστικά (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Ενδυμασία (αρχαία ελληνικά)
- Ναυτικοί όροι (αρχαία ελληνικά)
- Αρχιτεκτονική (αρχαία ελληνικά)
- Ψάρια (αρχαία ελληνικά)
- Ζώα (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)