tape
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| tape | tapes |
tape (en)
- (μη μετρήσιμο) το σελοτέιπ, η κολλητική ταινία, μια μακριά, στενή λωρίδα υλικού με κολλώδη ουσία που χρησιμοποιείται για να κολλήσει πράγματα μεταξύ τους
He sealed the bag tightly with sticky tape.
- Σφράγισε καλά τη σακούλα με κολλητική ταινία.
- (μη μετρήσιμο) η κασέτα, η μαγνητοταινία, μια μακριά, λεπτή λωρίδα μαγνητικού υλικού, που χρησιμοποιείται για την καταγραφή ήχων, εικόνων ή πληροφοριών, κυρίως πριν από την εμφάνιση της ψηφιακής τεχνολογίας
I have all my school concert performances recorded on tape.
- Έχω όλες τις εμφανίσεις μου στις σχολικές συναυλίες ηχογραφημένες σε κασέτα.
Twenty years ago he was caught on tape in a very embarrassing situation.
- Πριν από είκοσι χρόνια, τον έπιασε η κάμερα σε μια πολύ ντροπιαστική κατάσταση.
- η κασέτα που περιέχει ήχους και/ή εικόνες, που έχουν ηχογραφηθεί
Someone had deliberately erased the tapes.
- Κάποιος είχε σκόπιμα σβήσει τις κασέτες.
- η ταινία, μια μακριά, λεπτή λωρίδα υλικού που τεντώνεται στο σημείο όπου θα τερματίσει ένας αγώνας ή χρησιμοποιείται για να οριοθετήσει μια περιοχή
Caution tape cordoned off the street in front of the house.
- Η ταινία σήμανσης απέκλεισε τον δρόμο μπροστά από το σπίτι.
- η μεζούρα, η μετροταινία
Can you give me the (measuring) tape? I want to measure the table.
- Μπορείς να μου δώσεις τη μεζούρα; Θέλω να μετρήσω το τραπέζι.
The contractor pulled out the tape to measure the plot.
- Ο εργολάβος έβγαλε τη μετροταινία για να μετρήσει το οικόπεδο.
- ≈ συνώνυμα: → δείτε τον όρο tape measure
Πολυλεκτικοί όροι
[επεξεργασία]
Ρήμα
[επεξεργασία]| ενεστώτας | tape |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | tapes |
| αόριστος | taped |
| παθητική μετοχή | taped |
| ενεργητική μετοχή | taping |
tape (en)
- κολλάω με κάποιο είδος ταινίας/σελοτέιπ
- καταγράφω, εγγράφω τον ήχο, ηχογραφώ, μαγνητοφωνώ
- (κινηματογράφος) καταγράφω, εγγράφω σε ταινία, κινηματογραφώ, βιντεοσκοπώ
Πηγές
[επεξεργασία]- tape (noun) - Oxford Learner's Dictionaries
- tape (verb) - Oxford Learner's Dictionaries
- Stavropoulos, D N (2008). Stavropoulos, G N. ed. Oxford Greek-English Learner's Dictionary (Revised έκδοση). Oxford: Oxford University Press. σελ. 460. ISBN 9780194325684., λήμμα: κολλώ
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]tape (fr) θηλυκό