εγγράφω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

εγγράφω < αρχαία ελληνική ἐγγράφω (σε ορισμένες σημασίες: (μεταφραστικό δάνειο) γαλλική inscrire)

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

εγγράφω (παθητική φωνή: εγγράφομαι)

  1. γράφω (με επίσημο τρόπο) κάποιον ή κάτι σε μια κατάσταση, κατάλογο ή σε κάποιο (λογιστικό) βιβλίο / έγγραφο
  2. συγκαταλέγω κάποιον ή κάτι μαζί με άλλα όμοιά τους
  3. καταγράφω εικόνα ή ήχο σε κατάλληλο μέσο
  4. (μαθηματικά) σχηματίζω ένα γεωμετρικό σχήμα μέσα σε άλλο, με τρόπο ώστε κάποια σημεία ή γραμμές τους να είναι κοινά

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]