burn
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| burn | burns |
burn (en)
Ρήμα
[επεξεργασία]| ενεστώτας | burn |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | burns |
| αόριστος | burned, burnt |
| παθητική μετοχή | burned, burnt |
| ενεργητική μετοχή | burning |
burn (en)
- (αμετάβατο) καίω, παράγω φλόγες και ζέστη
The fire burned all night.
- Η φωτιά έκαιγε όλη τη νύχτα.
This wood burns easily.
- Αυτό το ξύλο καίγεται εύκολα.
- (αμετάβατο) καιόμενος, φλεγόμενος, που καίγεται
a burning pine tree - καιόμενα πεύκα
Two people have been trapped inside the burning building.
- Δύο άνθρωποι έχουν παγιδευτεί στο φλεγόμενο κτίριο.
Smoke was streaming out of the burning house.
- Ο καπνός έβγαινε κύματα από το σπίτι που καιγόταν.
- (μεταβατικό και αμετάβατο) καίω, καταστρέφω, βλάπτω, τραυματίζω ή σκοτώνω κάποιον ή κάτι από φωτιά· καταστρέφομαι, τραυματίζομαι κτλ. από φωτιά
The large fire burned the city.
- Η μεγάλη πυρκαγιά έκαψε την πόλη.
In classical antiquity, they burned the bodies of the dead.
- Στην κλασική αρχαιότητα έκαιγαν τους νεκρούς.
They burnt her alive/at the stake.
- Την έκαψαν ζωντανή/στην πυρά.
He set fire to his clothes and burnt himself.
- Έβαλε φωτιά στα ρούχα του και κάηκε.
Don’t touch it, you’ll get burned/you will burn yourself.
- Μην το αγγίζεις, θα καείς.
He burned the pants with the iron.
- Έκαψε το παντελόνι με το σίδερο.
You burnt (a hole in) the carpet with your cigarette.
- Έκαψες το χαλί με το τσιγάρο σου.
burning wood - η καύση ξύλου
burning trash/secret files - το κάψιμο των σκουπιδιών/των μυστικών αρχείων
- (μεταβατικό και αμετάβατο) καίω καύσιμη ύλη για να παράγω θερμότητα, φως ή ενέργεια
Big cars burn a lot of gas.
- Τα μεγάλα αυτοκίνητα καίνε πολλή βενζίνη.
The body burns calories.
- Το σώμα καίει τις θερμίδες.
We have a fireplace/stove burning at home.
- Στο σπίτι καίμε τζάκι/σόμπα.
Before electricity was around, we used to burn oil lamps.
- Πριν έρθει ο ηλεκτρισμός καίγαμε λάμπα πετρελαίου.
- (μεταβατικό και αμετάβατο) καίω, για φαγητό που έχει καταστραφεί από την υπερβολική θερμότητα
The meat burned/got burnt.
- Κάηκε το κρέας.
Something smells burnt.
- Κάτι καμένο μυρίζει.
- (μεταβατικό και αμετάβατο) καίω, παθαίνω ζημιά από τον ήλιο, τη ζέστη, το οξύ κτλ.· βλάπτω κάποιον ή κάτι έτσι
My skin burns easily.
- Το δέρμα μου καίγεται εύκολα.
The child was badly burned on the face.
- Το παιδί κάηκε άσχημα στο πρόσωπο.
He was burned by the sun and, after a few days, his skin started peeling.
- Κάηκε στον ήλιο και μετά από μερικές μέρες το δέρμα του άρχισε να ξεφλουδίζει.
The scalding soup burnt my tongue.
- Η καυτή σούπα μού έκαψε τη γλώσσα.
- (αμετάβατο) καίω, για πόνο ή ερεθισμό που μοιάζει με κάψιμο
My throat is burning.
- Με καίει ο λαιμός μου.
Your forehead is burning (from the fever).
- Καίει το μέτωπό σου (από τον πυρετό).
My eyes burn from the smoke.
- Καίνε τα μάτια μου από τον καπνό.
The soup had so much pepper, that it burned.
- Είχε τόσο πιπέρι η σούπα, που μ' έκαψε.
- (αμετάβατο) καίω, που παράγει φως
Blow out the candle, don’t leave it burning.
- Σβήσε το κερί, μην το αφήνεις να καίει.
- (μεταβατικό & αμετάβατο, λογοτεχνικό) καίω, φλέγομαι, νιώθω ή δείχνω ένα πολύ δυνατό συναίσθημα ή επιθυμία
He’s burning with envy.
- Καίγεται από ζήλεια.
She’s burning with a thirst for revenge.
- Καίγεται από δίψα για εκδίκηση.
He was burning to go again.
- Φλέγεται να πάει ξανά.
- (μεταβατικό & αμετάβατο, πληροφορική) εγγράφω (μόνιμα), καίω, γράφω μόνιμα πάνω σε CD, DVD, μνήμη ROM
I’m burning a CD.
- Καίω σιντί.
- (μεταβατικό & αμετάβατο, ανεπίσημο, οικονομία) δαπανώ, καταναλώνω, ξοδεύω χρήματα
- (μεταβατικό, αργκό) καίω, προκαλώ σε κάποιον μεγάλη ζημιά
He burnt me with his testimony in court.
- Με έκαψε με την κατάθεσή του στο δικαστήριο.
Συνώνυμα
[επεξεργασία]Παράγωγα
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]Κατηγορίες:
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (αγγλικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (αμερικανικά αγγλικά)
- Λήμματα με ήχο στην προφορά (αμερικανικά αγγλικά)
- Αγγλική γλώσσα
- Ουσιαστικά (αγγλικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αγγλικά)
- Πληροφορική (αγγλικά)
- Ρήματα (αγγλικά)
- Ρήματα που κλίνονται όπως το 'ask' (αγγλικά)
- Λογοτεχνικό ύφος (αγγλικά)
- Ανεπίσημοι όροι (αγγλικά)
- Οικονομία (αγγλικά)
- Αργκό (αγγλικά)