burn

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /bɝn/
ήχος (ΗΠΑ) 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

  1. (πληροφορική) η (μόνιμη) εγγραφή, το κάψιμο, η μόνιμη εγγραφή πάνω σε CD, DVD, μνήμη ROM

Ρήμα[επεξεργασία]

burn (en)

  1. καίω
  2. (πληροφορική) εγγράφω (μόνιμα), καίω, γράφω μόνιμα πάνω σε CD, DVD, μνήμη ROM

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

  • burn στην αγγλική Βικιπαίδεια Άρθρο στην αγγλική Βικιπαίδεια